«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

10 Μαΐ 2018

Τι άλλο θέλεις να σου πω…



Το διάβασα στα «Ετεροθαλή» του Οδυσσέα Ελύτη. Το υπογράμμισα κι έκτοτε η συγκεκριμένη φράση πρωταγωνιστεί έντονα στη σκέψη μου και με παρασέρνει σε αλλόκοτους συνειρμούς. «Λέω: κι αυτό θα ’ρθει. Και τ’ άλλο θα περάσει. Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι…». Συντονίζω με την ακρίβεια του χιλιοστού και του δευτερολέπτου τις στροφές του μυαλού. Κάνω απολογισμούς, μαζεύω άπειρες στιγμές και συναρμολογώ τα «μονόπρακτα της σιωπής» που ονειρεύονται τα περασμένα. Ανάμεσα σ’ αυτό το «πολύ δε θέλει ο κόσμος» και σ’ αυτό «το κάτι» που επιθυμώ, δεν έχει μείνει τίποτα. Τίποτα που να θυμίζει κάτι!
Κάθε φορά που ξαναγυρνώ με τη σκέψη μου στις όμορφες στιγμές της ζωής μου, χαμογελώ. Με τις άσχημες κι αρνητικές μελαγχολώ, ζαρώνω. Πόσες χαρές και πόσες λύπες να χωρέσουν σε μια σκέψη… Ωστόσο τις αφήνω μήπως και ξεπλύνουν τα όποια απωθημένα, τις όποιες ενοχές που με στιγμάτισαν.
Δε γίνεται, απ’ όλη μας τη ζωή, να επιλέγουμε μόνο τις στιγμές που ζωγραφίζουν χαμόγελα. Όλα έχουν το λόγο τους κι ο λόγος έχει λόγο, να λέγεται… Δε γίνεται να θυμάσαι και να συγκινείσαι μόνο απ’ αυτές.
Ανάμεσα στο χτες και στο αύριο, ανάμεσα στο όμορφο και το άσχημο δραπετεύω. Παρακάμπτω διαδρομές μήπως και σώσω ό,τι αγάπησα. Μέχρι δανεικά είμαι διατεθειμένος να ζητήσω από το «τώρα» κι απ’ το «αύριο» ακόμη προκειμένου να πληρώσω τα χρέη του «χτες». Όχι δεν είναι εύκολο. Κι ας επιμένει ένας Κουβανός φίλος λέγοντας ότι: το χειρότερο πράγμα που έχει το μέλλον, είναι το παρελθόν που μας περιμένει. Κι αυτό εγώ δεν το ξεδιάλυνα ποτέ… 

22 Απρ 2018

Τα… Υστερόγραφα που λέγαμε!

Δεν είναι τίποτα,
είναι τα χρόνια, που επιστρέφουν και…
διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
Τόσο απλά, τόσο συνηθισμένα…

Το έγραψα με την υποψία πως αυτό μπορεί και να με σώσει. Ιχνηλατώ στη σιωπή για να καταλάβω –όσο καταλάβω– ότι το πιο ευαίσθητο κομμάτι μας είναι αυτό: –μεταξύ άλλων είναι κι αυτό, τίμημα ή παράσημο, δεν έχει σημασία– ότι μόνο αθόρυβα, μπορείς να απολαύσεις τον εαυτό σου.
* Κλικ εδώ για να το δείτε στο Instagram

Δεν είναι τίποτα,
είναι τα χρόνια, που επιστρέφουν και διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
Τόσο απλά, τόσο συνηθισμένα…
Το βλέμμα μένει στην απορία. Πώς να νανουρίσεις τον καιρό για να παρκάρει, να ξεχαστεί, να γύρει και ν’ αποκοιμηθεί; Μεγαλώσανε τα χρόνια βλέπεις, κι ήρθαν τα χιλιόμετρα και απλώθηκαν επάνω μου. Παίζω κρυφτό με τις στιγμές και με τα χρόνια. Και οι σκέψεις σπαρταράνε μέσα μου. Εκεί μέσα σαν υποσημειώσεις που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Κι εγώ τις «κυκλώνω», μη τυχόν και δραπετεύσουν.
Κοστίζει να κρεμάς τα βιώματά σου στα μανταλάκια. Η πεποίθηση ότι αν δε γδάρεις την ψυχή σου, άνθρωπος δε γίνεσαι δίνει νόημα στο καθετί του καθεμέρα μου. Κι άντε μετά να ψάχνω, εμμονικά, προσωπεία με μόνο σκοπό να μην γίνομαι μονότονος και επαναληπτικός.

9 Απρ 2018

Αλφαδιά στη σκέψη…

«Απρίλης: δονητής ριζών, βλαστών, φυλλωμάτων, καρπών, ψυχών, σωμάτων. Όλα τα ζωντανά του πλανήτη ερεθίζονται, ξυπνάνε αδιαφορώντας (αγνοώντας;) για την κρίση αξιών και ιδεών. Ατίθασος μήνας. Φωτεινός μήνας, οιονεί ελληνικός. Χυμώδης μήνας, γεμάτος φωνήεντα και υγρά σύμφωνα, μουσικός άρα και εξαγνιστικός - πυρπολεί ταυτοχρόνως με τη δροσερή ζέστη του ερωτικά κύτταρα. Και να σου φτερουγίσματα, να σπασμοί και κραδασμοί, να ηλιόφωτα νεύρα και ζεστό αίμα: η καλλιέργεια του ασυνείδητου. Μαργαρίτες και τσουκνίδες αναφύονται ταυτόχρονα. Φανερή αρμονία αντιθέτων (αλλά η κρυφή αρμονία έχει σημασία). Φιλοπαίγμων και γελαστός. Σκανταλιάρικος μήνας (ερωτικός πάντα), ανεξίθρησκος (ποιος νοιάζεται για προφήτες και σωτήρες πια), άπατρις (παρότι τον χαρακτηρίσαμε ελληνικό), σπάει τις σιωπές (να ήταν αλήθεια), έκθυμος».

Τούτη τη Μεγάλη Εβδομάδα κράτησα (πέρα από το πνεύμα κατάνυξης και τα λατρευτικά δρώμενα) την έκρηξη της ελληνικής Άνοιξης. Και όλως τυχαίως έρχεται να την εκτοξεύσει κι άλλο το παραπάνω απόσπασμα από το κείμενο: «Με τον Απρίλη είμαστε» του Γιώργου Σταματόπουλου. Χώνομαι ανάμεσά στα ωραιότατα επίθετα-πλουμίδια με τα οποία στολίζει εκείνος το μήνα Απρίλη. Τρυγώ με τρυφεράδα και άκρατο θαυμασμό τα «φωνήεντα και τα υγρά σύμφωνα» που φέρνουν αλφαδιά στη σκέψη, δίνουν οξυγόνο κι απλωσιά στο συναίσθημα και μετατρέπουν το ταπεινό σε μεγαλειώδες. Και το κάνω μόνο και μόνο για να «συμπληρώσω» τα κενά του μυαλού μου, να πάρει ανάσες.
Κι ύστερα κάθομαι και σκέπτομαι ο αφελής: Πώς γίνεται κάποιες φορές να έχεις την ανάγκη, τη χαρά και ενδεχομένως την ανιδιοτελή αγάπη –παραμερίζοντας προς το παρόν, άλλα που σε βαραίνουν– ακόμη να μοιράζεσαι εκείνα που είναι για σένα σημαντικά, έτσι απότομα που λιγόστεψες... Το χούι δεν κόβεται…
Δεν έχεις να πάρεις. Δεν έχεις να δώσεις. Και είναι τότε που ερμηνεύεις γεγονότα και ανθρώπους. Επιλέγεις και πάλι τη σιωπή. Κρύβεσαι στο άσυλο της ψυχής σου, ανάμεσα σε κάποια όχι και σε κάποια ναι, (αρμονία αντιθέτων») μες στη φλυαρία της μοναξιάς.
Κάτι σπάει μέσα σου και… θρυμματίζει τον ιστό, το δεσμό, τη σχέση. Κάποιο συναίσθημα, πολύτιμο κι αναίτια κρυμμένο, αφήνει ένα δυσδιάκριτο ίχνος να στάζει… Έτσι γίνεται πάντα –γιατί έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα, εναλλάσσονται– και η τροχιά της ζωής συνεχίζεται.
Είμαστε ευπαθείς και ευάλωτοι οι άνθρωποι, απροσάρμοστοι, θύματα του τυχαίου και του ατυχούς. Μια μικρή ασήμαντη πινελιά. Ίσως και μια απρόσεκτη πινελιά πάνω στον καμβά αυτού του κόσμου. Κομμάτια από την ύλη του. Μεγαλώνουμε, μικραίνουμε, σμίγουμε, χωρίζουμε, ανακατεύουμε λάθη και σωστά, ενισχύουμε –ή απορρίπτουμε– αντιλήψεις (ενδεχομένως κάπου να λαθέψαμε…) ψάχνοντας να βρούμε τις ανάλογες αντιστοιχίες ώστε να ταιριάξουμε το δικό μας λίγο με το δικό τους αρκετό.



28 Μαρ 2018

Πάλι μέτρησα τ’ αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε...


«Την πέτρα ρώτησα να πει τι ξέρει και αντέχει 
κι εκείνη μου 'πε τη σιωπή για μυστικό της έχει».

             Δανείζομαι αποσπάσματα από στίχους, μήπως και το νόημά τους με βοηθήσει –περιπλέκοντάς τα και παραφράζοντάς τα– να εκφράσω και να υποστηρίξω όσα βαραίνουν τις μπλεγμένες μου σκέψεις. 


Συνομιλούν ψιθυριστά και κομματιάζουν την βραδιά. Κάδρα σε άδειους τοίχους. Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε, άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες. Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε ότι είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος.
Δεν εντυπωσιάζουμε. Δεν πιάνουν οι σκηνοθεσίες. Κι εσύ καημένε, κάθεσαι δίπλα εφημερίδα διαβάζεις σε ζητούν στο τηλέφωνο ησυχία φωνάζεις. Χαμηλώνω το ράδιο χαμηλώνεις τα μάτια να μη δεις την απόγνωση και την τόση απομόνωση. Σκηνικό και ουσία η παραίτηση και η μοναχικότητα, που οδηγούν στον εσωτερικό εγκλεισμό σαν το μόνο ασφαλές καταφύγιο του καθενός.

Με αισθήματα χημείας, με στυλ δοσοληψίας, με βλέμματα συμπάθειας και άσκοπης προσπάθειας γι’ άλλα και γι’ άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε. Για όλα αυτά που ζητάμε, για… το τίποτε μιας κακής συγκυρίας.
Όλα ξεθωριάζουν… Θαυμαστικά που στόλιζαν, στη διαχείριση των σχέσεων,  την όποια χωρητικότητα των «πρέπει» και των «θέλω» χάνονται στο βάθος μιας ανεξήγητης στάσης. Με ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε.
          Στάσεις που δεν συναρμόζουν με την τυπική ευγένεια. Η ευγένεια δεν παίζει πια σαν καλός και λεπτός τρόπος συμπεριφοράς. Όπως κι αν ορίζει ο καθένας την έννοια «ευγένεια» για τον εαυτό του. Μια απάντηση, δεν υπάρχει όσο κι αν την περιμένεις. Ένα ευχαριστώ –ενώ επιβάλλεται– δεν χαρίζεται. Μια ανάσα, δεν την αισθάνεσαι πλέον. Μόνο σιωπή, απαξίωση και περιθώριο. Πρόχειρες προφάσεις που καταγράφονται σαν επικάλυψη των πράξεων μας. Μ’ αυτά θα πρέπει να μάθουμε να πορευόμαστε. Αυτά μας δημιούργησαν.


Είχε δίκιο τελικά εκείνος ο παλιός φίλος που αγάπησα και πια δεν υπάρχει. Μου ’λεγε: «Να διαβάζεις τα βιβλία αρχίζοντας απ’ το τέλος, έτσι θα σπας την αγωνία σου για το ποιος είναι ποιος»…

Α, μην το ξεχάσω… Για ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να υπάρχει.