«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

11 Δεκ 2017

Κομμάτια που μένουν πίσω…



Η μετανάστευση, η αναχώρηση, η αποδημία, η απώλεια της εστίας. Η απουσία, η φυγή, η προσφυγιά, τα χαμένα χώματα. Η διέλευση, η θάλασσα, τα κύματα.
Στην κόψη του χρόνου, στους ανέμους και τα κύματα του Αιγαίου πάλεψες με την ανάγκη. Κάνει στην άκρη ο καιρός και η θάλασσα να σε χωρέσουν. Αλλά πώς να σε χωρέσει αυτός ο σκληρός o κόσμος της ορφάνιας, της αδικίας και της ανέχειας;
Στις θαλάσσιες λεωφόρους, με άγνωστο προορισμό κυνηγάς το όνειρο. Ατέρμονος ο δρόμος στη χώρα που έφτασες. Η αίσθηση ότι δεν ανήκεις σε κανένα μέρος, ψάχνεις στον ορίζοντα σημάδια που θα σε φέρουν πάλι πίσω στη ζωή. Ο δρόμος πια δε σε θυμάται, σ’ έχει κιόλας απαρνηθεί…
Χώθηκες στις πρόχειρες σκηνές ν’ απαγκιάσεις το φόβο σου. Ρούχο δεν είχες να σκεπαστείς. Πάλεψες με την ανάγκη, τη φρίκη, τον οίκτο των άλλων.
Μετανάστης ή πρόσφυγας τι σημασία έχει… Πάντα μ’ ένα σάκο στον ώμο ή μια βαλίτσα στο χέρι γεμάτη εκδιωγμένες ζωές και… όνειρα αποσπασμένα από τα κλαριά του τόπου, του σπιτιού σου… Ένα μεγάλο κενό στο κορμί σου. Ένα κενό ίδιο μ’ αυτό που βλέπει κανείς στα ανολοκλήρωτα γλυπτά του Γάλλου καλλιτέχνη Bruno Catalano.

Κι αυτά τα κομμάτια που λείπουν, να ξέρεις είναι εκείνα που άφησες πίσω στον τόπο σου, σε κάθε τόπο, όπου παραμένει ένα σημαντικό τμήμα του καθενός σας.

5 Δεκ 2017

Ρυτίδες που διδάσκουν…



       Σίγουρα τον έκανες γύρω στα ογδόντα. Τον πρόσεξα με το που μπήκα και κάθισα στο διπλανό τραπέζι του παραδοσιακού καφενείου. Προσηλωμένος στο διάβασμα της εφημερίδας που είχε διάπλατη μπροστά του. Ήταν, δίχως αμφιβολία, από εκείνους τους συμπαθητικούς τύπους που μόνο σε κάτι τέτοια μέρη συναντάς. Πρόσεξα πως κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου, ίσως για να μου πάρει κουβέντα. Ποιος ξέρει… Το ίδιο, άλλωστε, επιθυμούσα κι εγώ. Μα… δίσταζα, σεβόμενος μήπως και διαταράξω την ησυχία, τη μοναξιά και το διάβασμά του… Πιστεύω πως η μοναξιά είναι κάστρο απόρθητο, προπαντός σεβαστό, που δεν πρέπει να διαταράξεις.
Όταν η συννεφιά κάθεται πάνω στην ψυχή σου και την ανταριάζει, μάλλον θα αποτυπώνεται στο πρόσωπό σου. Αλλιώς δεν γίνεται. Η μελαγχολία και το θλιμμένο μου ύφος φαντάζομαι να με πρόδωσαν, γιατί κάποια στιγμή, σα να μονολογούσε, με φωνή που σχεδόν δεν έβγαινε, τον άκουσα να λέει: «Εδώ είμαστε να μοιραζόμαστε καημούς…». Το είδα στα μάτια του, απευθυνόταν σε μένα. Να η ευκαιρία. Τράβηξα την καρέκλα κοντά του. Μου ’ριξε μια ματιά αναγνώρισης και… πάλι σιωπή. Δεν έπιασε φαίνεται η κίνησή μου κι αυτό μ’ έκανε να αισθανθώ κάπως άβολα. «Θα πιείτε ένα ούζο μαζί μου;» πρότεινα, έτσι για να σπάσει ο πάγος. Το δέχτηκε. 
Ήταν σα να γνωριζόμασταν από χρόνια, σα να διάβασε ότι κάτι έτρωγε το μέσα μου. Πιάσαμε κουβέντα –κουβέντα ψυχής– που κράτησε για ώρα. Άνοιξα την καρδιά μου, του ομολόγησα τις συννεφιές μου και… λόγο το λόγο μ’ έκανε να τον κοιτάζω στα μάτια. Κι όσο τον κοίταζα –ακούγοντας τις συμβουλές του– τόσο ένιωθα να μου φεύγει το γκρίζο της  συννεφιάς μου. Κι εγώ ο ανήμπορος, το νόμιζα αδύνατο.
Και να, τώρα κάθομαι κι ακούω έναν υπέροχο γέροντα που με τα λόγια του δεν κοιμίζει το μυαλό μα αναποδογυρίζει τα δεδομένα. Τι να τα κάνω όλα τ’ άλλα μπροστά σε μια τέτοια καθαρή σκέψη, σ’ ένα τόσο σωστό λόγο, σε μια τόσο  ανθρώπινη συνείδηση. Δεν έχω συναντήσει, πιστέψτε με, πιο ανοιχτό μυαλό. Είναι απ’ τους ανθρώπους που τους ακούς και πείθεσαι ότι έχουν δίκιο. Υπόσχεσαι την επόμενη φορά που θα σε πιάσουν τα μαύρα, τη δική τους φωνή θα ακούς και όχι την αγχωμένη τη δικιά σου. Έλα όμως που δεν την κρατάς την υπόσχεση όταν έρχεται η επόμενη φορά…
Νιώθω ένα τίποτα, αυτό νιώθω. Έπρεπε όμως να φύγω. Σηκώθηκα και του ’σφιξα το χέρι. Κρατώντας το, κοιτάζω ξανά και ξανά το γερασμένο, ήρεμο πρόσωπο και προσπαθώ να διαβάσω τις ρυτίδες του. Αυλάκια ζωής και γνώσης. Ξέρουν καλά τούτοι οι άνθρωποι να κάνουν το λίγο πολύ και να παίρνουν δύναμη απ’ το τίποτα. Αυτή η λάμψη στα μάτια τους, ο λόγος, η ανθρωπιά, οι συμβουλές που σου δίνουν, χέρι-χέρι με την σοφία και την γνώση, σε προκαλούν ν' αγγίξεις τις ρυτίδες τους κι όχι το χέρι, κάτι να μείνει στα ακροδάχτυλά σου.  
Φεύγοντας, γύρισα να τον ξανακοιτάζω, μπας και ατσαλωθώ… Ευλογημένοι λέω τέτοιοι άνθρωποι που δεν επέτρεψαν στο χρόνο να χαράξει ρυτίδες στην ψυχή τους. Ναι, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Ευτυχώς!   

19 Νοε 2017

Πέρασαν 11 Χρόνια κιόλας…

Σα να ’ταν χτες... 


Ήταν 19 Νοέμβρη του 2006. Σα να ’ταν χτες. Ωστόσο, πέρασαν 11 χρόνια κιόλας… Ελευθερώθηκε η επικαρπία έκανα την κατάληψη χώρου που μου αναλογούσε στο διαδίκτυο και «θρονιάστηκα» στη γωνιά της προσωπικής μου δημοσιότητας.
Ύστερα… Ύστερα άνοιξα πόρτα και τόλμησα το πρώτο δειλό βήμα προς τα έξω κι έκτοτε απλώθηκε στράτα ολάκερη μπροστά κι έγινε, δίχως να το καταλάβω, διαδρομή ρουτίνας.
Άρχισα, που λέτε, με αχνές πινελιές να χαράζω και να χρωματίζω εικόνες, λέξεις, μνήμες, κάθε λογής αφηγήσεις και σκέψεις σε πολύ προσωπικό (κατά τη γνώμη μου) τρόπο και ύφος. Είχε ανάγκες, βλέπετε, η ψυχή να καθρεφτίζεται. Κι εγώ, πως θα μπορούσα αλλιώς, της έκανα τη χάρη. Βοηθούσε, βέβαια τότε, και η εποχή που είχε τα δικά της χαρακτηριστικά, τη δική της συμπεριφορά, το δικό της ρομαντισμό όπου, εύκολα ο καθένας μας,  αφουγκραζόταν «την ανάσα μιας λέξης και το λυγμό μιας συλλαβής» που λέει κι ο ποιητής. Έφτανε ν’ απλώσεις το χέρι κι ένα σωρό γνωστοί-άγνωστοι έρχονταν κοντά σου. Ήταν δε, τόσο μεγάλη η ανάγκη και η παρηγοριά της αγκαλιάς που τη μοιραζόμασταν απλόχερα. Απίθανα χρόνια τότε. Και… πολλά υποσχόμενα.
Εδώ μέσα χώρεσαν οι μικρές ή οι μεγάλες ιστορίες, οι αλήθειες, οι έσω φωνές, ξεσπάσματα, στοχασμοί και σκέψεις. Εδώ ενώθηκαν ψυχές και κορμιά με άλλα κομματιασμένα κι άρχισαν τα πάρε-δώσε: οι αγκαλιές, οι χαρές, τα χαϊδέματα, τα παινέματα, οι φιλίες αλλά… και οι έχθρες. Δεν θα μπορούσαν να λείψουν κι αυτές. Παράξενοι που είμαστε οι άνθρωποι…
Πέρασαν 11 χρόνια κιόλας! Μια δρασκελιά το χθες από το σήμερα. Τι να πρωτολογαριάσεις… Στο αχνόφεγγο πλαίσιο διακρίνεις πλέον μια χαμένη αίσθηση από παρελθόν. Απόσταξη μνήμης, νοσταλγίας, ξεδίπλωμα σκέψεων, φευγαλέες εικόνες κι απόμακροι ήχοι σαν ψίθυροι μιας τσακισμένης ευαισθησίας. Πέρασαν 11 χρόνια… Ποιος το περίμενε… Κουράγιο, λοιπόν, ευχή κι ελπίδα να έρθουν κι άλλα τόσα.
Τέλος, έχω την υποχρέωση και οφείλω να εκφράσω την αμέριστη εκτίμηση, την απέραντη αγάπη, την ειλικρινή ευγνωμοσύνη και σεβασμό –αντίδωρο ταπεινό και εγκάρδιο– σε όλες τις φίλες κι όλους τους φίλους –τους τότε και τους τώρα– για την παρέα, τις όμορφες στιγμές κι όσα κοινά μας έδεσαν.

Κι ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ όσο δε πάει!

6 Νοε 2017

Πρώτος ρόλος για μια ημιτελή παράσταση μέσα στη νύχτα



Πήγα να χαμηλώσω τη μουσική. Δυνάμωνε η ένταση, όσο δυνάμωνε στο κρεσέντο το σαξόφωνο του Johnny Ferreira στο Ain't No Sunshine. Ήταν κι αργά. Ετοιμαζόμουν να τραβήξω τις κουρτίνες όταν είδα ξαφνικά να ξεπροβάλλει πίσω από το σκοτεινό βουνό μια λεπτή φέτα από φως που μεγάλωνε και στρογγύλευε όσο έμενα να κοιτάζω προς τα κει… Τώρα τι γίνεται; Κλείνεις το παράθυρο ενώ έξω έχει φεγγάρι; Δεν το κλείνεις. Γιατί… γιατί απλά ο φωτεινός αυτός δίσκος έχει τη δύναμη να σε ξελογιάζει, να σε κυριεύει και να μετατρέπεται συνάμα σε κάτι πολύ οικείο. Πιο οικείο απ’ ό,τι το φαντάζεσαι. Και… πιο φιλικό απ’ ό,τι το υπολογίζεις.
Ακόμη κι αν λίγα σύννεφα, στο διάβα τους, πεισματικά θαρρείς, πήγαιναν να το κρύψουν, ενόσω ο σκοτεινός ουράνιος θόλος μεταλλασσόταν κι άλλαζε χρώματα απ’ το γκρίζο στο μολυβί, εκείνο συνέχιζε να πρωταγωνιστεί και να υποδύεται τον πρώτο ρόλο σε μια ημιτελή παράσταση, μέσα στη νύχτα. Τώρα τι γίνεται; Αναρωτιέσαι και πάλι. Κλείνεις το παράθυρο ενώ έξω έχει φεγγάρι; Δεν το κλείνεις. Θέλεις να ξεδιαλύνεις όσα χορεύουν στο μυαλό σου, πασχίζοντας να πιαστείς από κάτι για να μπορέσεις να ερμηνεύσεις το ανεξήγητο.
Το σαξόφωνο ακούγεται τώρα όλο και πιο χαμηλά. Είναι κι αργά. Το σκηνικό μιας ημιτελούς παράστασης, όπως και το «Ain't No Sunshine», τελειώνουν. Τώρα τι γίνεται; Αναρωτιέσαι… Απλά υποκλίνεσαι και γίνεσαι μέρος τους.