«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

21 Δεκ 2017

Κομμάτια που μένουν πίσω ΙΙ…

Επανέρχομαι στο θέμα με ένα ακόμη γλυπτό που μας βάζει σε σκέψεις…
Και σε τούτο, όπως βλέπετε, λείπει ένα κομμάτι (όχι κομμάτια) απ’ το σώμα, που λέει πολλά… Η καρδιά του! Το μνημείο αυτό του μετανάστη βρίσκεται στην πόλη Garachico της Τενερίφης (Κανάριοι Νήσοι) και είναι έργο του γλύπτη και ποιητή Fernando García Ramos.
Τα Κανάρια Νησιά γνωρίζουν από μετανάστευση πολύ καλά. Οι κάτοικοί τους πάντα μετανάστευαν… Αυτό το γλυπτό, λοιπόν, αναπαριστά ή μάλλον στην κυριολεξία είναι το έμβλημα της αίσθησης αυτού που μεταναστεύει.
Ένας άνθρωπος με μια οπή, ένα κενό στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς, ασάλευτος και μοναχός στη γυμνή ερημιά ψάχνει να βρει σταθμό στον ορίζοντα. Αποφασισμένος να κυνηγήσει το όνειρο. Σαν τα αποδημητικά πουλιά να ταξιδέψει σ’ άλλο μέρος κάποιου παραδείσου με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Όμως χωρίς την καρδιά του. Αυτή την έχει αφήσει πίσω του, στη γη του, στους δικούς του.
Απάνθρωπη στιγμή με μια βαλίτσα στο χέρι, μια μικρή βαλίτσα που… ταυτόχρονα περιέχει πολλά: την οικογένεια, το σπίτι, τις αναμνήσεις… Κι όμως, παρ’ όλο το βάρος, είναι αυτή, που εσαεί, θα τον συνδέει με το παρελθόν… που περνάει και φεύγει. 


11 Δεκ 2017

Κομμάτια που μένουν πίσω…



Η μετανάστευση, η αναχώρηση, η αποδημία, η απώλεια της εστίας. Η απουσία, η φυγή, η προσφυγιά, τα χαμένα χώματα. Η διέλευση, η θάλασσα, τα κύματα.
Στην κόψη του χρόνου, στους ανέμους και τα κύματα του Αιγαίου πάλεψες με την ανάγκη. Κάνει στην άκρη ο καιρός και η θάλασσα να σε χωρέσουν. Αλλά πώς να σε χωρέσει αυτός ο σκληρός o κόσμος της ορφάνιας, της αδικίας και της ανέχειας;
Στις θαλάσσιες λεωφόρους, με άγνωστο προορισμό κυνηγάς το όνειρο. Ατέρμονος ο δρόμος στη χώρα που έφτασες. Η αίσθηση ότι δεν ανήκεις σε κανένα μέρος, ψάχνεις στον ορίζοντα σημάδια που θα σε φέρουν πάλι πίσω στη ζωή. Ο δρόμος πια δε σε θυμάται, σ’ έχει κιόλας απαρνηθεί…
Χώθηκες στις πρόχειρες σκηνές ν’ απαγκιάσεις το φόβο σου. Ρούχο δεν είχες να σκεπαστείς. Πάλεψες με την ανάγκη, τη φρίκη, τον οίκτο των άλλων.
Μετανάστης ή πρόσφυγας τι σημασία έχει… Πάντα μ’ ένα σάκο στον ώμο ή μια βαλίτσα στο χέρι γεμάτη εκδιωγμένες ζωές και… όνειρα αποσπασμένα από τα κλαριά του τόπου, του σπιτιού σου… Ένα μεγάλο κενό στο κορμί σου. Ένα κενό ίδιο μ’ αυτό που βλέπει κανείς στα ανολοκλήρωτα γλυπτά του Γάλλου καλλιτέχνη Bruno Catalano.

Κι αυτά τα κομμάτια που λείπουν, να ξέρεις είναι εκείνα που άφησες πίσω στον τόπο σου, σε κάθε τόπο, όπου παραμένει ένα σημαντικό τμήμα του καθενός σας.

5 Δεκ 2017

Ρυτίδες που διδάσκουν…



       Σίγουρα τον έκανες γύρω στα ογδόντα. Τον πρόσεξα με το που μπήκα και κάθισα στο διπλανό τραπέζι του παραδοσιακού καφενείου. Προσηλωμένος στο διάβασμα της εφημερίδας που είχε διάπλατη μπροστά του. Ήταν, δίχως αμφιβολία, από εκείνους τους συμπαθητικούς τύπους που μόνο σε κάτι τέτοια μέρη συναντάς. Πρόσεξα πως κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος μου, ίσως για να μου πάρει κουβέντα. Ποιος ξέρει… Το ίδιο, άλλωστε, επιθυμούσα κι εγώ. Μα… δίσταζα, σεβόμενος μήπως και διαταράξω την ησυχία, τη μοναξιά και το διάβασμά του… Πιστεύω πως η μοναξιά είναι κάστρο απόρθητο, προπαντός σεβαστό, που δεν πρέπει να διαταράξεις.
Όταν η συννεφιά κάθεται πάνω στην ψυχή σου και την ανταριάζει, μάλλον θα αποτυπώνεται στο πρόσωπό σου. Αλλιώς δεν γίνεται. Η μελαγχολία και το θλιμμένο μου ύφος φαντάζομαι να με πρόδωσαν, γιατί κάποια στιγμή, σα να μονολογούσε, με φωνή που σχεδόν δεν έβγαινε, τον άκουσα να λέει: «Εδώ είμαστε να μοιραζόμαστε καημούς…». Το είδα στα μάτια του, απευθυνόταν σε μένα. Να η ευκαιρία. Τράβηξα την καρέκλα κοντά του. Μου ’ριξε μια ματιά αναγνώρισης και… πάλι σιωπή. Δεν έπιασε φαίνεται η κίνησή μου κι αυτό μ’ έκανε να αισθανθώ κάπως άβολα. «Θα πιείτε ένα ούζο μαζί μου;» πρότεινα, έτσι για να σπάσει ο πάγος. Το δέχτηκε. 
Ήταν σα να γνωριζόμασταν από χρόνια, σα να διάβασε ότι κάτι έτρωγε το μέσα μου. Πιάσαμε κουβέντα –κουβέντα ψυχής– που κράτησε για ώρα. Άνοιξα την καρδιά μου, του ομολόγησα τις συννεφιές μου και… λόγο το λόγο μ’ έκανε να τον κοιτάζω στα μάτια. Κι όσο τον κοίταζα –ακούγοντας τις συμβουλές του– τόσο ένιωθα να μου φεύγει το γκρίζο της  συννεφιάς μου. Κι εγώ ο ανήμπορος, το νόμιζα αδύνατο.
Και να, τώρα κάθομαι κι ακούω έναν υπέροχο γέροντα που με τα λόγια του δεν κοιμίζει το μυαλό μα αναποδογυρίζει τα δεδομένα. Τι να τα κάνω όλα τ’ άλλα μπροστά σε μια τέτοια καθαρή σκέψη, σ’ ένα τόσο σωστό λόγο, σε μια τόσο  ανθρώπινη συνείδηση. Δεν έχω συναντήσει, πιστέψτε με, πιο ανοιχτό μυαλό. Είναι απ’ τους ανθρώπους που τους ακούς και πείθεσαι ότι έχουν δίκιο. Υπόσχεσαι την επόμενη φορά που θα σε πιάσουν τα μαύρα, τη δική τους φωνή θα ακούς και όχι την αγχωμένη τη δικιά σου. Έλα όμως που δεν την κρατάς την υπόσχεση όταν έρχεται η επόμενη φορά…
Νιώθω ένα τίποτα, αυτό νιώθω. Έπρεπε όμως να φύγω. Σηκώθηκα και του ’σφιξα το χέρι. Κρατώντας το, κοιτάζω ξανά και ξανά το γερασμένο, ήρεμο πρόσωπο και προσπαθώ να διαβάσω τις ρυτίδες του. Αυλάκια ζωής και γνώσης. Ξέρουν καλά τούτοι οι άνθρωποι να κάνουν το λίγο πολύ και να παίρνουν δύναμη απ’ το τίποτα. Αυτή η λάμψη στα μάτια τους, ο λόγος, η ανθρωπιά, οι συμβουλές που σου δίνουν, χέρι-χέρι με την σοφία και την γνώση, σε προκαλούν ν' αγγίξεις τις ρυτίδες τους κι όχι το χέρι, κάτι να μείνει στα ακροδάχτυλά σου.  
Φεύγοντας, γύρισα να τον ξανακοιτάζω, μπας και ατσαλωθώ… Ευλογημένοι λέω τέτοιοι άνθρωποι που δεν επέτρεψαν στο χρόνο να χαράξει ρυτίδες στην ψυχή τους. Ναι, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Ευτυχώς!